Είδα επιτέλους την ταινία του Γιάννη Σμαραγδή για την οποία έγινε τόσος ντόρος τους περασμένους μήνες. Στην παρούσα δημοσίευση σκοπεύω να την σχολιάσω, τόσο την ίδια, όσο και το παρασκήνιο που την σημάδεψε και δημιούργησε τον ντόρο αυτό.
Αποποίηση. Να σας πω όμως πρώτα ότι τα γούστα μου στις ταινίες είναι μάλλον αυστηρά. Εγώ δεν το καταλαβαίνω βέβαια και με βρίσκω ιδιαίτερα επιεική, αλλά επειδή βλέπω ότι σε αντίθεση με τον πολύ κόσμο μου αρέσουν ελάχιστες ταινίες θεώρησα σωστό να το αναφέρω. Σημειώστε λοιπόν αρχικά ότι είμαι τύπος που παρακολουθώ τις ταινίες και δεν τις βλέπω. Δεν είμαι ο τύπος που βλέποντας μια ταινία, ταυτόχρονα μιλάει στο τηλέφωνο, ξεφυλλίζει περιοδικά, σκέφτεται την γκόμενα που είδε το πρωί στο μετρό και αφήνει την ταινία να παίζει όταν πάει για κατούρημα. Είμαι ο τύπος που πατάει παύση όταν για κάποιο λόγο πρέπει να στρέψει κάπου αλλού την προσοχή του και ο τύπος που βλέπει την ταινία ολόκληρη ακόμα και αν καταλάβει από νωρίς ότι πρόκειται για σπουδαία μπαρούφα. Επιπλέον σημειώστε μερικά πρόχειρα στατιστικά: Από τις ταινίες που βλέπω, και τις οποίες -να φανταστείτε- δεν διαλέγω στην τύχη, βρίσκω εντελώς φρικτές και ανάξιες προβολής περίπου το 65%. Ένα 30% βρίσκω ότι ενώ συνολικά δεν με εντυπωσιάζουν έχουν κάποια καλά χαρακτηριστικά (π.χ. καλό σενάριο, σκηνοθεσία, μουσική, φωτογραφία κλπ) και κάποιες από αυτές μπορεί να τις συστήσω κιόλας σε γνωστούς και φίλους. Τέλος, μόνο ένα περίπου 5% θεωρώ ότι είναι ταινίες που συνολικά αξίζει να δει κάποιος, γιατί αφού τις δει θα έχει κερδίσει κάτι.
That said, κατατάσω το «El Greco» στα όρια της πρώτης και δεύτερης κατηγορίας. Μια ταινία με μέτρια σκηνοθεσία και μουσική (παρά το βαρύγδουπο όνομα του Vangelis), με αδιάφορο σενάριο και φωτογραφία, με κακά σκηνικά και ένα επώνυμο καστ του οποίου όμως οι ερμηνείες δεν πείθουν καθόλου (με εξαίρεση αυτή του Juan Diego Botto και ίσως και αυτή του Λάκη Λαζόπουλου). Την ταινία δεν σκοπεύω να προτείνω σε κανένα, εκτός ίσως από αυτούς που φτιάχνονται να βλέπουν ταινίες μόνο και μόνο επειδή έχουν ελληνικές αναφορές και τους προκαλούν ανάταση του εθνικού φρονήματος (αυτούς δηλαδή που τους άρεσε και το «300″).
[edit] Βλέπω τώρα στο blog του φίλου μου του Βασίλη ότι είχε κάνει εδώ και καιρό ένα σχόλιο για την ταινία, και βρίσκει την ταινία καλή. Επειδή, όπως ήδη προείπα, τα γούστα μου διαφέρουν από αυτά του περισσότερου κόσμου, ρίξτε μια ματιά στην δική του κριτική, μήπως την βρείτε περισσότερο βοηθητική [/edit]
Το «El Greco» απέκτησε απότομα φήμη στην Ελλάδα αφενός μεν επειδή είναι μια μεγάλη παραγωγή για τα ελληνικά δεδομένα, αφετέρου επειδή συνδέθηκε με τον θάνατο του Σωτήρη Μουστάκα – και εδώ ανοίγει το δεύτερο θέμα της δημοσίευσης.
Δεν ξέρω αν είναι παγκόσμιο το φαινόμενο ή τοπικό στην Ελλάδα αλλά έχουμε μια τάση να καταξιώνουμε καλλιτέχνες μετά θάνατον. Ναι – ξέρω, υπήρξαν και υπάρχουν ορισμένοι καλλιτέχνες που όντας «μπροστά από τον καιρό τους» αναγνωρίστηκαν πολύ αργότερα από τον θάνατό τους, σε εποχές που η κοινωνία ήταν σε θέση να εκτιμήσει το έργο τους. Ανήκει ο Σωτήρης Μουστάκας σε αυτή την κατηγορία ή μήπως τα media πλέον εκμεταλλεύονται ακόμα και τους θανάτους επωνύμων για να κερδίσουν νούμερα από την προκαλούμενη «εθνική συγκίνηση»; Είμαι ο μόνος που έχω αυτή την εντύπωση; Υποδείξτε μου σας παρακαλώ μια ερμηνεία του Μουστάκα (δείτε εδώ μια λίστα) που πιστεύετε ότι θα μείνει στην ιστορία. Μήπως αυτή στο «Εγκέφαλος με βίδα και βαλβίδα»; Μήπως στον «Τσιτσιολίνο»; Μήπως στο «Αν ήταν το βιολί πουλί»;
Ωστόσο, ενώ μπορεί να μην βρίσκω ποιοτικές τις ερμηνείες του, θεωρώ ότι ο Σωτήρης Μουστάκας ήταν ένας όμορφος άνθρωπος που αγαπούσε την δουλειά του και αυτό φαίνεται όχι μόνο από τον τρόπο που μιλούσε στις συνεντεύξεις που είχε δώσει κατά καιρούς αλλά και από την επιλογή του να δουλεύει μέχρι και την τελευταία στιγμή, αφιλοκερδώς και χωρίς να φανερώσει την ασθένειά του. Και φυσικά καθόλου κακό δεν είναι τα media να τιμούν όλους αυτούς τους ανθρώπους όταν αυτοί μας αφήνουν. Αλλά δεν βρίσκω τον λόγο να τους παρουσιάζουν ως ήρωες ή διαννοούμενους ή διαμορφωτές της «εθνικής κουλτούρας» οι ίδιοι δημοσιογράφοι οι οποίοι αν είχαν καλέσει τον Σ. Μουστάκα στις εκπομπές τους 2-3 μήνες νωρίτερα θα τον ρωτούσαν αν θεωρεί ποιοτική την δουλειά που έκανε κατά «την χρυσή εποχή της βιντεοκασέτας». Ή μήπως τον βρήκα ήδη;